Open/Close Menu Χώρος Ψυχοθεραπείας, Συμβουλευτικής και Προσωπικής Ανάπτυξης

Ο θυμός είναι ένα παρεξηγημένο συναίσθημα, καθώς είναι συνδεδεμένος με κοινωνικά ταμπού, επιθετικές και αντικοινωνικές συμπεριφορές και δυσλειτουργικές σχέσεις. Κανένα άλλο συναίσθημα δεν είναι ενοχοποιημένο όσο ο θυμός, αν και πρέπει να παραδεχτούμε ότι όλοι μας έχουμε νιώσει θυμό κάποια στιγμή στη ζωή μας, ανεξάρτητα από το πώς το διαχειριστήκαμε τελικά. Ζούμε σε μια κοινωνία όπου η έκφραση του θυμού θεωρείται αντικοινωνική και απαράδεκτη, προκαλεί αμηχανία και αποστροφή και από παιδιά ακόμα μαθαίνουμε ότι αν δείξουμε το θυμό μας, οι γονείς μας και οι γύρω μας θα δυσανασχετήσουν μαζί μας, θα μας γυρίσουν την πλάτη ή θα μας επιτεθούν. Αυτό έχει σαν συνέπεια να μαθαίνουμε από νωρίς στη ζωή μας ότι δεν πρέπει να νιώθουμε θυμό αν θέλουμε να μας αγαπάνε και να είμαστε αποδεκτοί. Από την άλλη μεριά, στην ίδια την κοινωνία βλέπουμε να γίνονται αποδεκτές και να νομιμοποιούνται επιθετικές συμπεριφορές.

Για παράδειγμα, αν ένα παιδί θυμώσει και σαν συνέπεια αυτού χτυπήσει ένα συμμαθητή του, θα τιμωρηθεί γι’ αυτό. Η εστίαση θα γίνει στην αντικοινωνική και επιλήψιμη συμπεριφορά του, ώστε να μάθει ότι η συμπεριφορά του δεν είναι αποδεκτή. Τι γίνεται όμως με το θυμό του; Συνήθως δε θα αναγνωριστεί το δίκαιο του θυμού του, ούτε θα βοηθηθεί να βρει έναν αποτελεσματικό τρόπο να διαχειρίζεται το συναίσθημα του θυμού όταν εμφανίζεται. Ας πάρουμε τώρα την περίπτωση ενός γονιού που θυμώνει με το παιδί του και το χαστουκίζει. Πόσες φορές βλέπουμε να δικαιολογείται η πράξη του λόγω της θέσης ισχύος (είμαι ενήλικος και πρέπει να με ακούς) και να μην υπάρχει καμία συνέπεια αυτής! Είναι απλά ζήτημα της ίδιας της συνείδησης του γονιού να μετανιώσει και να ζητήσει συγγνώμη από το παιδί, αλλά κανείς δε θα τον υποχρεώσει. Το παιδί έτσι εισπράττει ένα διπλό μήνυμα, ότι από τη μια ο δικός του θυμός δεν επιτρέπεται να υπάρχει και να εκφράζεται με κανέναν τρόπο, ενώ ο θυμός του γονιού και η έκφρασή του με βία είναι αποδεκτή. Η βία λοιπόν είναι αποδεκτή ή όχι; πότε, από ποιον και γιατί;

Με τον ίδιο τρόπο, μαθαίνουμε ότι είναι διαφορετική η επιθετικότητα που μπορεί να ασκεί ο εργοδότης στον εργαζόμενο, το κράτος στον πολίτη, ο άντρας στη γυναίκα, για να δώσουμε μερικά μόνο παραδείγματα για το πώς νομιμοποιείται η βία κοινωνικά. Εδώ οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι πολλά από τα στερεότυπα που ίσχυαν μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες, π.χ. για το δικαίωμα του συζύγου να ασκεί βία στη σύζυγο ή του γονιού να δέρνει το παιδί του για λόγους πειθαρχίας ή του δασκάλου να χρησιμοποιεί τη σωματική τιμωρία για το συνετισμό του μαθητή, ευτυχώς έχουν αρχίσει να αλλάζουν, έχουν πλαισιωθεί με την κατάλληλη νομοθεσία και έχουν αναπτυχθεί μηχανισμοί προστασίας των θυμάτων βίας. Σήμερα δεν είναι πλέον αποδεκτή η χρήση βίας για κανένα λόγο και οι περισσότεροι άνθρωποι με ευκολία θα υποστηρίξουν αυτή την άποψη.

Αν τα πράγματα όμως είναι έτσι, γιατί υπάρχουν τόσα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας; Γιατί τόση σιωπή γύρω από το συγκεκριμένο θέμα; Γιατί οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που καταδικάζουν τη βία γίνονται θύτες ή θύματα βίας; Η πραγματικότητα δυστυχώς είναι πιο πολύπλοκη. Για να κατανοήσουμε έστω σε ένα βαθμό αυτή την αντίφαση, θα πρέπει να εστιάσουμε σε δύο ζητήματα: το ένα είναι τα κοινωνικά μηνύματα που έχουν «περάσει» σε έναν άνθρωπο (ενδοβολές) και το άλλο η δομή της προσωπικότητας (π.χ. πώς έχω μάθει να διαχειρίζομαι το θυμό μου όταν εμφανίζεται;).

Εδώ αξίζει να δώσουμε έναν ορισμό για τις λεγόμενες ενδοβολές. Ενδοβολή είναι ένας αμυντικός μηχανισμός που ευθύνεται για όλα αυτά που αποδεχόμαστε ανεπιφύλακτα και άκριτα, επειδή προέρχονται από έναν σημαντικό άλλο (γονιό, δάσκαλο, τηλεόραση, κοινωνία). Μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας αρχίζουμε και επεξεργαζόμαστε τις ενδοβολές μας. Συνήθως, όσες από αυτές μας είναι χρήσιμες ή δε μας ενοχλούν ή μας εξοικονομούν πολύτιμο χρόνο σκέψης, τις κρατάμε ως έχουν, ενώ εκείνες που μας ενοχλούν ή προκαλούν τη λογική μας ή δε μας είναι σημαντικές για την επιβίωσή μας, τις πετάμε ή τις αλλάζουμε. Μία συχνή ενδοβολή είναι ότι «οι άντρες δεν κλαίνε» ή ότι «πρέπει να σεβόμαστε τους μεγαλύτερους σε ηλικία». Αυτού του είδους οι ενδοβολές, όσο αθώες και να ακούγονται, μπορούν να προκαλέσουν σωρεία προβλημάτων σε έναν άνθρωπο, αν δεν τις επεξεργαστεί κατάλληλα ώστε να τις προσαρμόσει στις ανάγκες του. Π.χ. ένα αγόρι που δε μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά του στο σχολείο, δε θα βρει συμπαράσταση από κανέναν ενήλικο μιας και «οι άντρες δεν κλαίνε», αλλά και είναι πιθανόν να υποστεί bullying από τους συνομηλίκους του. Αν μεγαλώνοντας συνεχίζει να ενστερνίζεται ότι «οι άντρες δεν κλαίνε», αυτός ο άντρας θα είναι καταδικασμένος σε μία αρνητική αυτοεικόνα με χαμηλή αυτοεκτίμηση, ενοχές και αμφιβολίες για τον ανδρισμό του. Σε αυτή την περίπτωση, θα ήταν πολύ πιο χρήσιμο και υγιές να αμφισβητήσει την ενδοβολή ότι «οι άντρες δεν κλαίνε» αντί να αμφισβητεί τον εαυτό του και να την αλλάξει: «Οι άντρες μερικές φορές κλαίνε και αυτό είναι φυσιολογικό».

Οι ενδοβολές είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνες για τη δυσκολία των ανθρώπων να διαχειριστούν αποτελεσματικά το θυμό τους. Ο θυμός ανήκει στα λεγόμενα «αρνητικά συναισθήματα», αλλά κανένα συναίσθημα δεν είναι αρνητικό, με την έννοια ότι κάθε συναίσθημα έχει λόγο ύπαρξης και είναι σημαντικό να εκφράζεται για να νοηματοδοτείται και να μπορεί έτσι να δώσει τη θέση του σε κάποιο άλλο. Δεν είναι φυσιολογικό να θυμώσω αν με σπρώξουν με δύναμη καθώς μπαίνω στο λεωφορείο; Ή αν ο εργοδότης μου με βρίσει για κάποιο λάθος που έκανα στη δουλειά; Ο θυμός είναι η φυσιολογική συναισθηματική αντίδραση σε περιπτώσεις που νιώθουμε ότι αδικούμαστε ή ότι θίγεται η αξιοπρέπειά μας. Είναι αδύνατον να μη νιώθουμε θυμό. Το να καταπνίξουμε το θυμό μας είναι πολύ συνηθισμένη στρατηγική, αλλά μη αποτελεσματική, για τον απλό λόγο ότι κανένα συναίσθημα δε φεύγει έτσι απλά, επειδή το θέλουμε, χωρίς να δικαιωθεί. Το παιδί που θα το μαλώσουν επειδή θύμωσε και έσπασε το βάζο, θα μάθει να μην εκφράζει το θυμό του μπροστά στους γονείς του, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα πάψει να θυμώνει. Θα σπάσει ένα αντικείμενο όταν οι γονείς δε θα κοιτούν ή θα γίνει πιο επιθετικό στο σχολείο. Η συνεχής ανάγκη για επιθετικότητα όμως δεν έχει να κάνει με το θυμό καθαυτό, αλλά με την απουσία κατανόησης των συναισθημάτων μας και την απουσία δικαίωσης. Ο επιθετικός και βίαιος άνθρωπος λοιπόν στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι εκείνος που είναι κακός και επικροτεί συνειδητά τη βία στη ζωή του (εκτός από ειδικές ψυχοπαθολογικές κατηγορίες), αλλά εκείνος που δεν έχει κατακτήσει τρόπους διαχείρισης του θυμού του μέσα από υγιείς τρόπους έκφρασης και αμοιβαία κατανόηση. Είναι εκείνος ο οποίος έχει άγνοια των ενδοβολών που επηρεάζουν τη συμπεριφορά του και εκείνος που δε μπορεί να καταλάβει τι πυροδοτεί την επιθετικότητά του. Είναι εκείνος που θα έχει έντονες εκρήξεις θυμού χωρίς προφανή λόγο για τους άλλους και που θα μετανιώσει για τη συμπεριφορά του αμέσως μετά. Είναι εκείνος που νιώθει αδικημένος και ανασφαλής, προκαλώντας ο ίδιος με τη συμπεριφορά του αδικία και ανασφάλεια στους άλλους.

Τις περισσότερες φορές, είναι πολύ δύσκολο ακόμα και για μας τους θεραπευτές να κατανοήσουμε έναν «θυμωμένο» άνθρωπο και να συμμαχήσουμε μαζί του, γιατί έχουμε μάθει εκ προοιμίου να συμπάσχουμε με το θύμα και να καταδικάζουμε το θύτη. Κι αυτό είναι αμοιβαίο, καθώς είναι πολύ δύσκολο ένας «θυμωμένος» άνθρωπος να μας εμπιστευτεί και να νιώσει ασφάλεια ώστε να εμφανίσει την αδυναμία πίσω από το θυμό του. Φυσικά, είναι κατανοητή και απαραίτητη η προτεραιότητα που δίδεται από τους θεραπευτές και από την κοινωνία στην φροντίδα και χειραφέτηση του θύματος. Υπάρχει όμως μια πτυχή που τείνουμε να ξεχνάμε, κυρίως επειδή αυτοί οι θυμωμένοι άνθρωποι σπάνια θα χτυπήσουν την πόρτα μας. Τουλάχιστον όχι για την επιθετικότητά τους. Έτσι ξεχνάμε ότι και αυτοί κάποτε υπήρξαν θύματα, τα «πληγωμένα παιδιά» που δεν άκουσαν ποτέ ότι ο θυμός τους είναι εύλογος, ότι έχουν δίκιο να θυμώνουν και ότι οι ίδιοι είναι απόλυτα αποδεκτοί όπως είναι, μόνο η συμπεριφορά τους δεν είναι αποδεκτή. Η αρχή της θεραπείας για τον επιθετικό άνθρωπο είναι η αποδοχή ότι είναι αδύναμος να αλλάξει μόνος του και ότι είναι εντάξει να είναι αδύναμος.

 

Γεωργία Μιχαλαριά

Ψυχολόγος, MSc – Ψυχοθεραπεύτρια

 

 

 

 

 

© 2011 - 2017 Athens Therapy | Powered by Bytelogic