Open/Close Menu Χώρος Ψυχοθεραπείας, Συμβουλευτικής και Προσωπικής Ανάπτυξης

«Δεν κάνουν τα χρήματα την ευτυχία», μια φράση που όλοι έχουμε ακούσει και είτε έχουμε ασπαστεί σαν κομμάτι της φιλοσοφίας μας για τη ζωή είτε έχουμε απορρίψει σαν ουτοπική φανφάρα. Σε όποια κατηγορία κι αν ανήκουμε, σήμερα βρισκόμαστε σε μια ιστορική συγκυρία που πολλά από τα μέχρι τώρα δεδομένα μας αλλάζουν, είτε εκτιμούμε το χρήμα σαν μέσο είτε όχι. Στη μικρο-πραγματικότητα του καθενός από μας, το επίπεδο διαβίωσης πέφτει, η εργασία γίνεται επισφαλής ή και ανύπαρκτη σαν δυνατότητα, τα κεκτημένα δικαιώματα απειλούνται, η ασφάλειά μας είναι στον αέρα και κανείς δε μπορεί να εγγυηθεί για αυτή. Οι μικροπολυτέλειες που επιτρέπαμε στους εαυτούς μας για να βελτιώσουμε την ψυχολογική μας κατάσταση είναι πλέον αδύνατες για πολλούς από μας και το μαλακό «μαξιλαράκι» των γονιών αρχίζει να ξεφουσκώνει. Καθώς χάνουμε τη γη κάτω από τα πόδια μας, λέμε αντίο στην ασφάλεια, την εμπιστοσύνη μας ότι θα υπάρχει κάποιος να μας φροντίζει, στα όνειρά μας για ένα καλύτερο αύριο.

Τα παραπάνω σας ακούγονται ίσως γνώριμα σαν ύφος, είναι η ρητορική που παρουσιάζει με μελανά χρώματα την κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει και τονίζει το εθνικό και προσωπικό μας αδιέξοδο. Είναι μία ήπια μορφή της ρητορικής των ΜΜΕ, που ενώ μπορεί να αναφέρεται σε καθόλα τεκμηριωμένα γεγονότα, τα χρωματίζει δημιουργώντας το επιθυμητό συναίσθημα στο κοινό της. Για ποιο συναίσθημα μιλάμε; Φυσικά το φόβο. Το κατεξοχήν εργαλείο της κάθε εξουσίας πάνω στον άνθρωπο. Το συναίσθημα με την ιδιότητα να παραλύει, να παγώνει τις αντιδράσεις μας, να μας κρατάει σε κατάσταση αναμονής – standby μέχρι νεοτέρας, να μας κάνει αποφευκτικούς απέναντι σε οποιαδήποτε ανάληψη υπεύθυνης δράσης, να μας οδηγεί τελικά ακόμα και στην κατάθλιψη.

Βρισκόμαστε σε εθνικό και προσωπικό αδιέξοδο; Ποιος θα αμφισβητήσει τις υπαρκτές συνέπειες της κρίσης στη ζωή μας; Θέλουμε όμως να είμαστε θύματα μιας ρητορικής φόβου; Πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτή;

Ας ξεκινήσουμε όμως με την έννοια του φόβου. Ο φόβος ανήκει στα βασικά συναισθήματα και είναι η φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού απέναντι σε μια προσλαμβανόμενη απειλή. Είναι προστατευτικός μηχανισμός, μιας και αποτελεί για τον οργανισμό σήμα ότι πρέπει να κινηθεί προκειμένου να διαφύγει τον κίνδυνο. Είναι το συναίσθημα που συνοδεύει τις ενστικτώδεις λειτουργίες επιβίωσης του ερπετοειδούς εγκεφάλου, του πιο πρωτόγονου δηλαδή τμήματος του εγκεφάλου μας, που είναι η πάλη (fight), η φυγή (flight) και το πάγωμα (freeze). Ενώ οι δύο πρώτες αντιδράσεις ενεργοποιούνται όταν υπάρχει έστω μικρή δυνατότητα επιβίωσης από τον κίνδυνο, ανάλογα με τις συνθήκες, το πάγωμα είναι η φυσιολογική αντίδραση όταν δεν υπάρχει καμία δυνατότητα διαφυγής.

Ενώ όμως στα ζώα οι μηχανισμοί αυτοί είναι επαρκείς για την επιβίωσή τους, στον άνθρωπο τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Ο εξελιγμένος ανθρώπινος εγκέφαλος επεξεργάζεται και διαχειρίζεται την εμπειρία μας με διαφορετικό τρόπο από ένα ζώο, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται ο κατά τ’ άλλα ευεργετικός ρόλος των λειτουργιών του ερπετοειδούς εγκεφάλου. Το αποτέλεσμα είναι πάγωμα σαν εκμαθημένη αντίδραση εκεί που η φυσιολογική αντίδραση ενός ζώου θα ήταν η πάλη ή η φυγή.

Ο φόβος από μόνος του δε μεταφράζεται σε ακινησία – πάγωμα. Ίσα ίσα, είπαμε ότι είναι προστατευτικός μηχανισμός. Κάθε άνθρωπος όμως είναι σε διαφορετικό βαθμό σε επαφή με τα ένστικτα επιβίωσης, ανάλογα με το κοινωνικο-πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο έχει διαμορφώσει την προσωπικότητά του αλλά και ακόμα πιο στενά, το οικογενειακό περιβάλλον του και τις προσωπικές εμπειρίες του. Π.χ. μια τραυματική εμπειρία, ένα σοκ μπορεί να υπερβαίνει τη δυνατότητά μας για ανάνηψη. Αυτή η δυνατότητα του καθενός έχει να κάνει με πολλούς παράγοντες. Αν ένα παιδί μεγαλώνει σε κακοποιητικό περιβάλλον, μετά από μια περίοδο ενστικτώδους και υγιούς προσπάθειας να αμυνθεί και να ξεφύγει από την κακοποιητική κατάσταση, είναι λογικό να παραιτηθεί και να υιοθετήσει μια εκμαθημένη στάση αδυναμίας. Έτσι σαν ενήλικος, θα είναι πολύ πιο εύκολο να υιοθετήσει παθητική στάση απέναντι σε αντίστοιχες καταστάσεις κακοποίησης ή αδικίας απέναντί του, σε σχέση με κάποιον που δεν έχει αντίστοιχες εμπειρίες. Αντίστοιχα, ένα παιδί που μεγαλώνει σε αυταρχικό περιβάλλον, όπου οι δυνατότητες ανάπτυξης πρωτοβουλίας είναι περιορισμένες έως ανύπαρκτες, σταδιακά μπορεί να χάσει τη δημιουργική του ορμή και ικανότητα αντίδρασης.

Η παθητική στάση λοιπόν δεν είναι απόρροια χαμηλής νοημοσύνης, τεμπελιάς ή ανηθικότητας, όπως μεταφράζεται από πολλούς υπέρμαχους της δράσης. Είναι οξύμωρο πώς ο πολιτισμός μας δοξάζει τη δράση, τη δημιουργικότητα, την καινοτομία, το δυναμισμό, ενώ στην πράξη θέτει σε λειτουργία τέτοιους μηχανισμούς που να καταστρέφουν αυτές τις δυνατότητες του ανθρώπου όσο το δυνατόν σε μικρότερη ηλικία. Πέρα από τις πρακτικές των γονέων και το εκπαιδευτικό σύστημα στη χώρα μας, το ευρύτερο σύστημα, όπως αποτυπώνεται στα ΜΜΕ, είναι αυτό που αναπαράγει την ίδια αυτή ρητορική που διαιωνίζει την παθητικότητα, το συλλογικό μας «πάγωμα» μπροστά σε μια οθόνη, σε γεγονότα που δεν ορίζουμε και επηρεάζουν τη ζωή μας. Τη διατήρησή μας σε μια αιώνια κατάσταση παιδισμού, όπου δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη της ζωής μας και πάντα φταίει κάποιος άλλος για τα παθήματά μας.

Τι χρειάζεται άραγε να γίνει για να ξεφορτωθούμε τον παραλυτικό φόβο και να νικήσουμε την κατάθλιψη που μας φέρνει μια αδιέξοδη κατάσταση; Η ασάφεια, τα διπλά μηνύματα (τα μηνύματα δηλαδή που έχουν αντικρουόμενο νόημα, π.χ. σωτηρία – κατάρρευση), η αβεβαιότητα, όλα είναι παράγοντες που ενισχύουν το φόβο και την αδράνεια. Το αντίδοτο στην παθητικότητα μπορεί να πάρει δύο μορφές: η ακραία ανέχεια μπορεί να πυροδοτήσει τα ισχυρά ένστικτα επιβίωσης και άρα την υπέρβαση του φόβου. Ο άνθρωπος κινητοποιείται όταν δεν έχει πλέον τίποτα να χάσει. Όταν δεν υπάρχει πλέον τίποτα για να βολευτεί. Σε αυτή την περίπτωση το συλλογικό παίρνει τη σκυτάλη. Και η συλλογική συνείδηση μπορεί να ανθίσει σε συνθήκες ανέχειας, καθώς ξεκάθαρο νόημα ή αλλιώς μορφή γίνεται η επιβίωση και είναι το ίδιο νόημα για όλους.

Η άλλη περίπτωση είναι η ανάδυση ατομικών συνειδήσεων και πάλι μέσα από την εύρεση ξεκάθαρου νόηματος. Όπως λέμε και στη gestalt, να αναδυθεί μία μορφή από το φόντο, μία καθαρή μορφή που να έρθει στην επίγνωση ώστε να μετουσιωθεί σε δράση και να γεμίσει τη ζωή μας με ολοκληρωμένες, υγιείς εμπειρίες. Το νόημα είναι προσωπική υπόθεση του καθενός. Στην αναζήτησή του όμως, ας ξεφορτωθούμε πρώτα τον παραλυτικό φόβο που δεσμεύει τη δημιουργική μας δύναμη και ας εστιάσουμε όχι μόνο στο τι χάνουμε αλλά και στο τι υπάρχει, που πριν ίσως ήμασταν πολύ απασχολημένοι για να δούμε αυτό που ήταν μπροστά στη μύτη μας. «Αυτό που είναι, είναι» είναι μια φράση συνδεδεμένη αναπόσπαστα με τη φιλοσοφία της σχολής gestalt. Μπορεί να μην είναι όπως θα ήθελα να είναι, αλλά είναι προτιμότερο να αποδεχτώ ότι έτσι είναι, ώστε να ανασυνταχτώ και να κινητοποιηθώ με βάση αυτό που είναι, ελπίζοντας και προσπαθώντας για κάτι καλύτερο, παρά να αρνούμαι ότι έτσι είναι και να αντιστέκομαι και να χτυπιέμαι χωρίς να κάνω τίποτα γι’ αυτό.

Και μια πρόκληση για το τέλος. Τι μας κάνουν πολλές ώριμες ατομικές συνειδήσεις; 

 

Γεωργία Μιχαλαριά

Ψυχολόγος, MSc – Ψυχοθεραπεύτρια


© 2011 - 2017 Athens Therapy | Powered by Bytelogic